Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα knowledge. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα knowledge. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ορθολογισμός, τοπική γνώση και ανάπτυξη

Όπως έχουν δείξει οι ιστορικοί και οι ανθρωπολόγοι, όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες, ανεξαρ- τήτως χρόνου και χώρου, διαθέτουν ορισμένες κεντρικές έννοιες (concepts) γύρω από τις οποίες οργανώνονται υλικά και συμβολικά. Κοινό χαρακτηρι- στικό αυτών των εννοιών είναι η ηγεμονική ή και αδιαμφισβήτητη θέση τους ως μέσων πρόσληψης και νοηματοδότησης του κόσμου, συνεπώς και ως μέτρων αξιολόγησης και ελέγχου της ατομικής και συλλογικής συμπεριφοράς και δράσης. Μια τέτοια έννοια αποτελεί σήμερα για τις κοινωνίες της Δύσης και η "ανάπτυξη". Συμβατικά, μπορούμε να θεωρήσουμε τη συγκεκριμένη έννοια ως μια πολιτικά επεξεργασμένη εκδοχή της πίστης του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού περί "συνεχούς οικουμενικής προόδου της ανθρωπότητας". Θεμέλιο αυτής της πίστης αποτέλεσε η ανάδειξη του Ορθολογισμού σε βασική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης Ιστορίας. Το μοντέλο αυτό αποτελεί μέχρι τις μέρες μας την βάση της διακυβέρνησης στη Δύση, προσφέροντας τις ηθικές βάσεις για τη νομιμοποίηση, την πυξίδα για τον προσανατολισμό, αλλά και το μέτρο αξιολόγησης των πολιτικών παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι διάφορες αναπτυξιακές πολιτικές σχεδιάζονται, εφαρμόζονται και αξιολογούνται στη βάση μεθόδων θεμελιωμένων στην επιστημονική γνώση. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτών των μεθόδων, για κάθε πρόβλημα υπάρχει μια βέλτιστη λύση. Το μόνο που χρειάζεται είναι να την βρούμε και να την εφαρμόσουμε με τη βοήθεια των ειδικών, έτσι ώστε να επιτύχουμε την ανάπτυξη, που συνήθως νοείται με οικονομικούς όρους.
Ωστόσο, η πραγματικότητα μοιάζει να αντιστέκεται σθεναρά στην παραπάνω γραμμική/εξελικτική λογική. Έτσι, τις περισσότερες φορές οι προσεγγίσεις και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη της ανάπτυξης αποδεικνύονται στην πράξη ακατάλληλες. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η αποτυχία επίτευξης των στόχων, αλλά επίσης η παραγωγή κοινωνικών εντάσεων στο εσωτερικό των κοινοτήτων όπου εφαρμόζονται τέτοια προγράμματα. Η αποτυχία των περισσότερων πρωτοβουλιών τοπικής ανάπτυξης μοιάζει να οφείλεται ακριβώς στην προσκόλλησή τους σε ένα θετικιστικό, "ορθολογικό" και "οικουμενικό" μοντέλο, που αγνοεί ή και υποτιμά την εκάστοτε τοπική ή ατομική ιδιαιτερότητα.
Ακόμα και αν δεχτούμε πως οι ανάγκες και προτεραιότητες όλων των ανθρώπων και ομάδων καθορίζονται από τον "ορθολογισμό" τους, αυτός δεν έχει πάντα το στενό οικονομίστικο περιεχόμενο που του αποδίδει η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη περί ανάπτυξης. Καταρχήν, όπως έχει δείξει και ο γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu, γιατί εκτός από το οικονομικό κεφάλαιο, υπάρχει και το κοινωνικό, το συμβολικό, το πνευματικό και σήμερα και το ψηφιακό, που τα άτομα επιδιώκουν να αποκτήσουν, διατηρήσουν ή αυξήσουν με την δράση τους. Ακολούθως, γιατί οι προτεραιότητες και οι ανάγκες διαφέρουν από τη μία κοινωνία στην άλλη. Και τέλος, γιατί στο εσωτερικό της ίδιας κοινωνίας, οι διάφορες ομάδες και τα άτομα θέτουν διαφο- ρετικές προτεραιότητες, αντιλαμβάνονται ή ιεραρχούν διαφορετικά τις ανάγκες τους, ανάλογα με τις αξίες που έχουν εσωτερικεύσει και το σύστημα αντιλήψεων που έχουν διαμορφώσει, μέσα από την αλληλεπίδραση τους με το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη δεν γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τους ίδιους όρους από όλα τα υποκείμενα ή τις ομάδες. Στην προοπτική αυτή, τα εκάστοτε αναπτυξιακά σχέδια, πριν δώσουν μια πειστική απάντηση στο πώς θα επιτευχθεί η ανάπτυξη, οφείλουν να απαντήσουν στο ερώτημα τι σημαίνει ανάπτυξη για μια κοινότητα ανθρώπων. Η απάντηση αυτή περνά αναγκαστικά από την καταγραφή, κατανόηση και αξιοποίηση της τοπικής γνώσης, η οποία συγκροτείται από τις ιδέες, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των μελών της συγκεκριμένης κοινότητας.

Εταιρική γνώση και καινοτομία

Είναι κοινός τόπος σήμερα ότι η αξία των επιχειρήσεων και οργανισμών στη παγκοσμιο- ποιημένη πλέον οικονομία έχει μετατοπισθεί στα άϋλα στοιχεία τους, όπως είναι μεταξύ άλλων η εταιρική γνώση, η καινοτομία και το εσωτερικό κλίμα. Είναι επίσης γνωστό ότι υπάρχουν δύο είδη γνώσης. Η μια είναι ρητή και σαφής, εκφράζεται με λέξεις και αριθμούς και έχει τη μορφή επιχειρησιακών δεδομένων, επιστημονικών τύπων, τεχνικών προδιαγραφών προϊόντων, εγχειριδίων οργανωτικής λειτουργίας κλπ. Η άλλη είναι ασαφής, συχνά υπονοούμενη και μπορεί δύσκολα να καταγραφεί ή να τυποποιηθεί. Όντας άκρως προσωπική, είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στις πράξεις και τις αξίες μας, που τη θεωρούμε δεδομένη.
Κάθε ένας από τους δυο τρόπους γνώσης έχει τις δικές του αρχές λειτουργίας, ριζικά διαφορετικές στη διαδικασία επαλήθευσης. Όπως σημειώνει ο Jerome Bruner στο βιβλίο του Actual Minds, Possible Worlds «ένα καλοδιατυπωμένο επιχείρημα πείθει για την αλήθεια του, ενώ μια καλή ιστορία είναι βγαλμένη από την ίδια τη ζωή». Έτσι, η αρχική απόκτηση γνώσης για το πώς πρέπει να λειτουργούν τα πράγματα μέσα σε έναν οργανισμό γίνεται με τον παραδειγματικό τρόπο μάθησης, ενώ η κατανόηση του πώς πραγματικά λειτουργούν τα πράγματα γίνεται με τον δεύτερο, που στηρίζεται σε πραγματικές ιστορίες. Οι δύο αυτοί τρόποι είναι τόσο συμπληρωματικοί, που οι προσπάθειες ελάττωσης της βαρύτητας του ενός, με ταυτόχρονη διεύρυνση του ρόλου του άλλου, οδηγούν αναπόφευκτα στην αποτυχία σύλληψης της πλούσιας ποικιλίας της σκέψης και της εμπειρίας.
Παρ’ όλα αυτά, πολλοί εξακολουθούν να προσεγγίζουν τη γνώση με μια κλασσική διαχειριστική πρακτική, σαν να πρόκειται για την λογιστική καταμέτρησή πάγιων στοιχείων ενεργητικού. Την αντιλαμβάνονται ως πράγμα και εστιάζουν στη δημιουργία containers για να τη στεγάσουν, επιδιώκοντας τη μετατροπή της προσωπικής γνώσης σε οργανωσιακή με τρόπο μηχανιστικό και γραμμικό, όπως στη περίπτωση της διαχείρισης δεδομένων και πληροφοριών. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι οι managers ακόμη εκπαιδεύονται να διοικούν νεοσύλλεκτους και όχι εθελοντές, παρόλο που η γνώση είναι εθελοντική και συνεπώς μη εντελλόμενη, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο David Snowden. Έτσι, η ‘‘διαχείριση’’ της γνώσης κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο ειδικών και μάλιστα με περιορισμένη εφαρμογή, καθώς εκτός από ακριβή, είναι και δύσκολο να γίνει πράξη, αφού συγκρούεται με βασικές πραγματικότητες εξουσίας, αλλά και εργασιακής επιβίωσης.

Στη σημερινή τρίτη γενιά των knowledge systems γίνεται προσπάθεια να αγκαλιαστεί το παράδοξο της γνώσης (πράγμα και ροή), ώστε να διδαχτούμε από αυτό, καθώς θα ξεδιπλώνεται. Το νέο knowledge sharing στηρίζεται στις αρχές της οργανωσιακής και κοινωνικής πολυπλοκότητας, θεωρεί τα ανθρώπινα συστήματα ως οργανικά και δίνει σημασία περισσότερο, αλλά όχι αποκλειστικά, στο context αντί του content, το οποίο προκύπτει από τις διεργασίες μεταξύ των συμμετεχόντων. Είναι η πράξη (act), αλλά και η τέχνη (art) της σύλληψης αξίας και γνώσης και της κατανόησης των σχέσεων και των μοτίβων της επιχειρησιακής ζωής.
Περισσότερα για τα knowledge systems στο άρθρο Οργανωσιακή γνώση.